Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Ο φόβος φυλάει τα έρμα – ο τρόμος;
άφοβο σχόλιο για το τέλος ενός φοβερού έτους



Αυτοδιοικητική Κίνηση «Κοζάνη, τόπος να ζεις»

Από την εποχή ακόμη του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού ο φόβος είχε λάβει μια πολιτική διάσταση όχι στο παραδοσιακό επίπεδο της τρομοκρατίας του πληβείου από τον τυχόντα τυραννικό ηγεμόνα, αλλά στο επίπεδο του συστηματικού ελέγχου της σκέψης των κυβερνουμένων. Ο Μοντεσκιέ σχολίαζε πως οι φοβισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να σκεφτούν μακροπρόθεσμα, πως πιστεύουν ότι «τίποτα δεν διορθώνεται, τίποτα δεν βελτιώνεται» και αυτό τους καθιστά πειθήνια όργανα οποιασδήποτε πολιτικής. Όμως ο τρόμος τους αυτός προαπαιτεί και την ισοπέδωση του πολιτισμού τους, δηλαδή την εξουδετέρωση της ίδιας τους της ύπαρξης. Με λίγα λόγια ο Μοντεσκιέ προφήτευε πως στην Δημοκρατία τρόμος και λογική είναι δύο αντίθετα πράγματα: ο τρόμος συντονίζει τις άδειες εκφράσεις μιας «δημοκρατικής» μάσκας ενός αυταρχικού πολιτεύματος, ενώ η λογική συντονίζει τις αρχές μιας Δημοκρατίας. Σήμερα ποιό από τα δύο πλαίσια βιώνουμε; Είναι η Δημοκρατία μας συντονισμένη ή παραπαίει προς την Τρομοκρατία με κοινοβουλευτικό προσωπείο; «Κοινοβούλιο» διέθετε και ο Νικολάε Τσαουσέσκου.

Το έτος 2010 τελειώνει με τον φόβο κυρίαρχο και μεταδοτικότερο από ποτέ. Κάποιοι φοβούνται πως δεν θα μπορέσουν να εργαστούν αν δεν εξευμενίσουν τον βουλευτή στον οποίον θεωρούν πως ανήκουν. Ο ίδιος ο βουλευτής πιθανότατα φοβάται ο ίδιος πως θα γίνει πυγμαχικός σάκος ή στόχος γαλακτοκομικής σκοποβολής σε κάθε δημόσια εμφάνισή του. Οι ψηφοφόροι φοβούνται πως η ψήφος τους δεν αξίζει τίποτα. Οι χρωματισμένοι αιρετοί φοβούνται πως κάτι τέτοιο έχουν πράγματι καταφέρει. Οι τηλεθεατές φοβούνται πως τίποτα πια στην ενημέρωσή τους δεν είναι άδολο. Οι τηλεκράτορες δημοσιογράφοι (αλλιώς γνωστοί και ως δημοσιόγραφοι) φοβούνται μήπως πάψει να ισχύει ο γενικός και κραταιός φόβος και σπεύδουν να τον αναπαράξουν σε μορφή πολυκέφαλου αμόκ από τηλε-παράθυρα τύπου Λερναίας Ύδρας.

Πολλοί φοβούνται τις οικονομικές συγκυρίες και τον μαινόμενο διεθνή οικονομικό πόλεμο. Άλλοι φοβούνται το τέλος του Ελληνισμού. Άλλοι φοβούνται τον Ελληνισμό. Οι Έλληνες φοβούνται τους ξένους. Οι ξένοι φοβούνται τους Έλληνες. Οι Χριστιανοί φοβούνται τους άθεους και οι άθεοι τους Χριστιανούς. Κάποιοι φοβούνται ακόμη τους Εβραίους. Οι φεμινίστριες φοβούνται τους άντρες και οι άντρες τις εργαζόμενες γυναίκες. Οι ακραίες, βίαιες παρατάξεις φοβούνται τα πάντα, μαζί και τον ίδιο τους τον εαυτό. Οι ομοφυλόφιλοι τους ετεροφυλόφιλους και τούμπαλιν. Οι πολίτες φοβούνται την Αστυνομία και η Αστυνομία τους πολίτες. Κάποιοι τρέμουν ακόμη και τον πλανήτη Γη που τους ζει: σύμφωνα με απροσδιορίστου κώδικα προφητεία των Μάγια στις 21 Δεκέμβρη του 2012 οι Πόλοι της Γης θα μετακινηθούν και θα χαθούμε όλοι σε μια στιγμή (αυτό από «χαρωπό» ντοκυμανταίρ που εξέπεμπε ο ΣΚΑΙ την τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων). Α, ο ΣΚΑΙ μάλλον φοβήθηκε πως δεν φοβόμαστε αρκετά.

Όλοι μαζί φοβόμαστε το μέλλον μας και το άγνωστο λοιπόν. Και ο μόνος πραγματικός φόβος είναι πως η φοβική αυτή ψύχωση μας αποπροσανατολίζει από τις προσδοκίες και τις ελπίδες μας, από την σχέση μας με την ζωή. Επιπλέον, μέσα από όλη αυτή την ανεξέλεγκτη, ατέρμονη τρομοκρατία αναδύονται τυχοδιωκτικές μορφές λύτρωσης, που έχουν ως μόνη και μόνιμη σκοπιμότητα την στυγνή και εν ψυχρώ εκμετάλλευση του τρόμου. Οι σωτήρες και φωστήρες, αυτοί που μετά από καιρό θα φαίνονται τόσο αστείοι: ο Στρος Καν, η ομάδα Δίας, ο Τσακ Νόρρις ή ο ενίοτε πρωθυπουργός της χώρας και πρώην ηρωϊκός μπροστάρης της αντιπολιτευτικής αντίστασης, όλοι Μεσσίες-καρικατούρες σε μια περίεργη παντομίμα φόβου. Μόνος λόγος ύπαρξής τους η εκ του ασφαλούς εικονική εκμηδένιση του τρόμου και – στην πραγματικότητα – ο πολλαπλασιασμός του. Άρτος και θεάματα, ανθρωποθυσίες, πολιτισμός του Κολοσσαίου: ο τρόμος περνάει από την κατανάλωση στην παραγωγή και γίνεται προϊόν, γίνεται τρομοκρατία. Κάπου εκεί ο Μοντεσκιέ κουνάει δυσαρεστημένος το κεφάλι του, αλλά εμείς είμαστε πολύ τρομαγμένοι για να τον προσέξουμε και συνεχίζουμε να κραυγάζουμε μια άναρθρη και τρομακτική καθημερινότητα.

Όμως ας μην υπερβάλλουμε και ας μην σπείρουμε τον φόβο και τον πανικό του κινδύνου με αυτά τα λόγια. Ο φόβος, πρέπει να το πούμε, είναι ένα ανθρώπινο ένστικτο, ένα χρήσιμο, πρακτικά, ψυχονοητικό σύμπλεγμα. «Ο φόβος φυλάει τα έρμα» λέει η σοφή ρήση. Και η γενναιότητα αποδεικνύεται μόνο όταν υπερβούμε τον υπαρκτό φόβο μας, γιατί άλλο φόβος και άλλο δειλία. Πώς να προσδιορίσουμε λοιπόν την σχέση μας με την ανησυχία και το άγχος του αγνώστου πολιτικού ορίζοντα που παρουσιάζεται μπροστά μας;
Κάποτε ο Ουμπέρτο Έκο έγραψε πως οι πεποιθήσεις μας για το άγνωστο είναι ο καθρέφτης της ύπαρξής μας σε αυτόν τον κόσμο. Αν κανείς πιστέψει πως το άγνωστο τον κατατρέχει, τότε θα κατατρέχει ο ο ίδιος τους γύρω του – μια υπουργική ασθένεια αυτή. Αν αντίθετα πιστέψουμε πως το άγνωστο, το μέλλον μας, ό,τι τέλος πάντων είναι έξω από τον άμεσο έλεγχό μας, έχει μέσα του την ελπίδα, τότε και εμείς θα γίνουμε φορείς ελπίδας. Αυτός ο αισιόδοξος, ελεύθερος τρόπος σκέψης μπορεί και πρέπει να ξαναγίνει επίκαιρος. Μπροστά μας υψώνεται μεν η φαινομενικά ανυπέρβλητη «οικονομική κρίση», όμως δεν πρόκειται για μια ακαταμάχητη νομοτέλεια που θα λυγίσει απαραίτητα την κοινωνία μας. Τουναντίον πρόκειται για μια ευκαιρία να αναθερμάνουμε την παγωμένη αίσθηση αλληλλεγγύης προς τους συνανθρώπους μας και να προσδιορίσουμε μια πιο υγιή σχέση με το χρήμα. Δεν αντιμετωπίζουμε τον αδιέξοδο μονόδρομο μιας κοινωνίας κυνικής και ατομικιστικής αλλά έχουμε το δικαίωμα σε εναλλακτικές λύσεις, στην διαμόρφωση των ανθρωπίνων κοινοτήτων που επιθυμούμε και επιλέγουμε. Και βέβαια ο πολιτισμός μας δεν είναι το έρμαιο κάποιας μακρινής και εχθρικής εξέλιξης, αλλά το κέντρο της ύπαρξής μας, το τοπίο και ο τόπος μόνιμης διαμονής μας.

Πολλοί από εμάς ίσως θυσιάσαμε κάποτε στο όνομα του φόβου αρχές και προσδοκίες. Ίσως κάποιοι λίγοι, κάποιοι νεώτεροι, τυχεροί ή εξαιρετικοί από εμάς να απέφυγαν αυτόν τον εκβιαστικό συμβιβασμό της νεοελληνικής πραγματικότητας. Τώρα όμως, που ο φόβος έπαψε να είναι προστάτης των «έρμων» και έγινε ξεκάθαρος τρόμος και δειλία, ας διαβάσουμε πάλι κάτι παλιούς, ξεχασμένους και αξέχαστους συνάμα στίχους και ας επιλέξουμε κατά συνείδηση στο σαφές δίλημμα:

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσι
θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία. (Α. Κάλβος, Εις Σάμον Ωδή)

Όσοι λοιπόν δεν θέλουμε τέτοιο ζυγό και τρόμο, με πατρίδα μας το Δίκαιο, ας υπερασπιστούμε τις ανθρώπινες, καθημερινές Θερμοπύλες μας.
Άφοβα.

Εκ μέρους της Συντονιστικής Επιτροπής της Κίνησης : Π. Δημόπουλος